Πέμπτη, 4 Οκτωβρίου 2012

Ένα σχόλιο για τα τραγελαφικά που συμβαίνουν στο διαδίκτυο!

Είναι πολύ δύσκολο να γράψει κανείς έστω και δυο λόγια, όταν τα γεγονότα ξεπερνούν και την πιο αρρωστημένη φαντασία. Όταν πλημμυρίζει κυριολεκτικά το διαδίκτυο από σχόλια, απόψεις και κείμενα, που δήθεν αναπαράγουν λόγους «πνευματικούς», λόγους σοφών ανθρώπων, με σκοπό τάχα να αφυπνίσουν και να ωφελήσουν πνευματικά τους αναγνώστες. Άνθρωποι κατά τα άλλα «πνευματικοί», που όμως αποδεικνύεται ότι δεν έχουμε εμπειρία πνευματικότητας, κρυμμένοι πίσω από σύγχρονους Γέροντες, «αναπαράγουμε Ορθόδοξη πνευματικότητα», καθισμένοι στις καρέκλες μας, ξεχνώντας την οικογένειά μας, το Απόδειπνο – που πρέπει να γίνει Μεσονυκτικό αφού οι αναρτήσεις γίνονται εν τω μέσω της νυκτός, τη σύζυγό μας ή την αμαρτία που διαπράξαμε αλλά εύκολα την ξεχάσαμε, γιατί έπρεπε να διαφωτίσουμε τους επισκέπτες μας για τον τρίτο παγκόσμιο πόλεμο που πλησιάζει άμεσα, το 666 και το θαύμα του π. Παϊσίου που τελικά δε συνέβη!
 Δεν έχουμε σκοπό να σχολιάσουμε την τραγική παρωδία στα Εξάρχεια, αλλά το τί κάνουμε όλοι εμείς στα blogs και στα sites μας. Tο ερώτημα που τίθεται είναι: μήπως αυτοχριόμαστε  Επίσκοποι, Ιερά Σύνοδος  ακόμη και Πατριάρχες και μπορούμε να μιλάμε για όλους και για όλα; Μήπως τις ανασφάλειές μας τις κάναμε αναρτήσεις στο blog μας γιατί είναι «πιασιάρικες»; Μήπως, όπως ζούμε,  μας έχει καβαλήσει ο μισόκαλος και αντί για τους δικούς μας γεροντάδες, θέλουμε πνευματικό που θα μας επαναφέρει στην Ορθόδοξη Εκκλησία; Μήπως μιλώντας για τον τάδε ιερέα, πνευματικό, Επίσκοπο, ξεχάσαμε τον Δεσπότη της καρδιάς μας, τον Ιησού Χριστό;
Η αφορμή για όσα γράφουμε, δόθηκε αφενός μετά από τη συζήτηση με μια Εκπαιδευτικό  Μ.Ε., που ποτέ της δεν επισκέφτηκε πνευματικό , όμως διαβάζει με προσήλωση κάποια sites που μιλούν για πολέμους και ακαταστασίες  και είναι τρομοκρατημένη περιμένοντας τον παγκόσμιο πόλεμο που έφτασε,  πριν το ανακοινώσει το υπουργείο Αμύνης και η Ελληνική Κυβέρνηση! Και από την άλλη; τα όσα γράφηκαν για τον πολυσέβαστο π. Παΐσιο και τη χθεσινή λιτανεία στα Εξάρχεια που μας προκάλεσε πικρία, γιατί βλασφημείται το όνομα του Θεού στα έθνη εξαιτίας μας. Και μπράβο μας που καταφέραμε οι γεροντάδες μας να προφητεύουν και να θαυματουργούν με ένα enter  του υπολογιστή μας!
Αφού είμαστε ανέραστοι Θεού,  καταφέραμε να μας δείχνουν οι άνθρωποι με τις ανοησίες που ανεβάζουμε ποιος είναι ο αληθινός Θεός που ξεχάσαμε στην Οθόνη του υπολογιστή μας και όχι στην εικόνα του σπιτιού μας.
Ο κόσμος ζητά παράδειγμα ζωής και εμείς του δείχνουμε τα είδωλα μια παρανοϊκής πνευματικότητας.
Ας μαζευτούμε λίγο γιατί ξεφύγαμε πολύ! Ας κατευθύνουμε τον κόσμο στην αλήθεια της ζώσας Ορθόδοξης Εκκλησίας μας και όχι στους γεροντάδες του διαδικτύου.
Ας ψάξουμε ειλικρινά για την Αλήθεια, σίγουρα θα την βρούμε.
Καλή αναζήτηση.
 Για το www.katixitiko.gr Ανδρέας Κ

Παρασκευή, 28 Σεπτεμβρίου 2012

Κυριακή, 9 Σεπτεμβρίου 2012

Μικρασιάτικες μνήμες


Συμφώνως με την υπ' αριθμ. 2556/5-7-1993 εγκύκλιο της Ιεράς Συνόδου, η εορτή αυτών των Αγίων θα τιμάται κάθε έτος την Κυριακή προ της Υψώσεως του Τιμίου και Ζωοποιού Σταυρού.

Άγιος Χρυσόστομος Σμύρνης και οι συν αυτώ Άγιοι Αρχιερείς Γρηγόριος Κυδωνιών, Αμβρόσιος Μοσχονησίων, Προκόπιος Ικονίου, Ευθύμιος Ζήλων καθώς και οι κληρικοί και λαϊκοί που σφαγιάσθηκαν κατά την Μικρασιατική Καταστροφή

Τιθεὶς ψυχὴν Χρυσόστομος ὁμοῦ συμμύσταις,
λαοῦ καὶ στρατοῦ τε ἀπαρχὴ προσηνέχθη.

Πρωτομάρτυς Χρυσόστομος ἀποφράδι ἐτύθη,
Συνάθλων πληθύος ἑπομένης τῷ πότμῳ.

Άγιος Χρυσόστομος Σμύρνης
Ο εθνομάρτυρας Χρυσόστομος Καλαφάτης, γεννήθηκε στην Τριγλία της Προποντίδας το 1867 μ.Χ. Γονείς του Χρυσοστόμου ήσαν ο Νικόλαος Καλαφάτης και η Καλλιόπη Λεμωνίδου. Το ζεύγος απέκτησε 8 παιδιά, 4 αγόρια και 4 κορίτσια. Από τ' αγόρια επέζησαν ο πρωτότοκος Ευγένιος (γεννήθηκε το 1865 μ.Χ.) και ο Χρυσόστομος. Ο Ευγένιος συμπαραστάθηκε στον νεώτερο αδελφό του σ' όλη τη διάρκεια του πολυτάραχου βίου του και τελικά τον ακολούθησε έως το μαρτύριο. Ο Νικόλαος Καλαφάτης είχε γνώση του οθωμανικού δικαίου και αντιπροσώπευε τους συμπολίτες του στα τουρκικά δικαστήρια. Αγαπούσε ακόμη την εκκλησιαστική μουσική και είχε ανάμιξη στα κοινά και γι' αυτό εξελέγετο δημογέροντας. Η σύζυγός του Καλλιόπη ήταν μια ευλαβής γυναίκα. Αυτή έταξε τον Χρυσόστομο στην Παναγία την ημέρα των Φώτων του 1868 μ.Χ., όταν είχε επισκεφθεί την Τρίγλια ο Μητροπολιτης Προύσας. Το ζεύγος Καλαφάτη, παρά την μέτρια οικονομική του κατάσταση, ανέθρεψε με επιμέλεια τα παιδιά του. Πρώτοι δάσκαλοι του Χρυσοστόμου στην Τρίγλια ήσαν ο αρχιμανδρίτης και μετέπειτα μητροπολίτης Ιωαννίκιος για τα εκκλησιαστικά, ο Γαζής για τα ελληνικά, ο Χριστόφορος Μουμουζής για τα τουρκικά, ο Νικόλαος Χατζηχρυσάφης για τα γαλλικά και ο Παπα-Θεοδόσης για την εκκλησιαστική μουσική.
Ο Χρυσόστομος σπούδασε στη θεολογική Σχολή Χάλκης (1884 - 1891 μ.Χ.) και υπηρέτησε ως αρχιδιάκονος του μητροπολίτη Μυτιλήνης Κωνσταντίνου Βαλιάδη, ο όποιος αναδείχθηκε Οικουμενικός Πατριάρχης ως Κωνσταντίνος Ε' (1897 μ.Χ.). Χρημάτισε πρωτοσύγκελος της Μεγάλης Εκκλησίας και το 1902 μ.Χ. χειροτονήθηκε από τον Πατριάρχη Ιωακείμ Γ' μητροπολίτης Δράμας (1902 - 1910 μ.Χ.). Οι αγώνες του εναντίον της βουλγαρικής προπαγάνδας και για την τόνωση του εθνικού φρονήματος ενόχλησαν την Υψηλή Πύλη, η οποία αξίωσε από το Πατριαρχείο την άμεση ανάκληση του (1907 μ.Χ.). Αποχωρίστηκε με πικρία το ποίμνιό του και αποσύρθηκε στην Τριγλία με την ελπίδα της επιστροφής στην μητρόπολη Δράμας, η οποία κατέστη δυνατή το 1908 μ.Χ. με την ψήφιση του νέου τουρκικού συντάγματος. Η ενθουσιώδης υποδοχή που του επιφύλαξε ο λαός της Δράμας συνδέθηκε με την έξαρση του εθνικού αγώνα, γι' αυτό και χαρακτηρίστηκε από την Υψηλή Πύλη επικίνδυνος για την δημόσια τάξη. Ανακλήθηκε εκ νέου από την μητρόπολη Δράμας (20 Ιανουαρίου 1909 μ.Χ.) και αποσύρθηκε πάλι στην Τριγλία μέχρι την μετάθεση του στην μητρόπολη Σμύρνης (11 Μαρτίου 1910 μ.Χ.).
Στην Μητρόπολη Σμύρνης συνέχισε τους εθνικούς του αγώνες, οργάνωσε δε πάνδημο συλλαλητήριο για να καταγγείλει τις βιαιότητες των Βουλγάρων στην Μακεδονία εναντίον των Ελλήνων, την υποστήριξη των τουρκικών αρχών προς την βουλγαρική προπαγάνδα και τις γενικότερες καταπιέσεις της Υψηλής Πύλης εναντίον του Ελληνισμού του Οθωμανικού κράτους. Οι τουρκικές αρχές της περιοχής θορυβήθηκαν και πέτυχαν την απομάκρυνση του από την μητρόπολη Σμύρνης (1914 μ.Χ.), στην οποία επέστρεψε μετά την ανακωχή του Μούνδρου (1918 μ.Χ.). Κατά την περίοδο της ελληνικής διοίκησης της Σμύρνης (1919 - 1922 μ.Χ.), λειτουργούσε ως αναμφισβήτητος εθνάρχης του μικρασιάτικου Ελληνισμού και ως ο εμπνευσμένος ηγέτης της «Μικρασιατικής Άμυνας» για την δημιουργία αυτόνομου κράτους σε περίπτωση ήττας του ελληνικού στρατού. Η κατάρρευση όμως του μικρασιάτικου μετώπου (Αύγουστος 1922 μ.Χ.) απογοήτευσε τον μεγαλόπνοο μητροπολίτη, ο όποιος αποδοκίμασε τα σχέδια των Μεγάλων Δυνάμεων για την απομάκρυνση του ελληνικού στοιχείου από την Μικρά Ασία. Η εισβολή των Τούρκων στην Σμύρνη υπήρξε η δοκιμασία των εθνικών του οραμάτων. Αρνήθηκε να εγκαταλείψει τον λαό του, παρά την πίεση των προξένων της Αγγλίας και της Γαλλίας. Στις 27 Αυγούστου 1922 μ.Χ. συνελήφθη από τον Τούρκο φρούραρχο της πόλης Νουρεντίν πασά, μετά το τέλος της θείας Λειτουργίας στο ναό της Αγίας Φωτεινής, και παραδόθηκε στον εξαγριωμένο τουρκικό όχλο. Έπειτα από φρικτά βασανιστήρια βρήκε μαρτυρικό θάνατο. Ο εκφραστής των εθνικών πόθων κατέστη πλέον το σύμβολο των τραγικών πεπραγμένων του Γένους. Το δίτομο έργο του Περί Εκκλησίας, τα άρθρα του στα περιοδικά Εκκλησιαστική Αλήθεια και Ιερός Πολύκαρπος και η όλη κηρυκτική του δράση αναδεικνύουν την υπέροχη πνευματική μορφή του εθνομάρτυρα Ιεράρχη.
Στο μαρτύριο του μητροπολίτη παρευρέθηκαν και οι 20 Γάλλοι ναύτες, την αντίδραση των οποίων περιέγραψε ο Γάλλος συγγραφέας Ρενέ Πουώ.
Μία γαλλική περίπολος από είκοσι άνδρες, τους οποίους συνόδευα μαζί μ’ έναν άλλο πολιτοφύλακα, κατευθύνθηκε αμέσως στη Μητρόπολη, με σκοπό να πεισθεί ο μητροπολίτης να έλθει και να παραμείνει στην εκκλησία της Sacre-Coeur ή στο Γαλλικό Προξενείο. Ο μητροπολίτης Χρυσόστομος δεν δέχθηκε, λέγοντας ότι σαν καλός ποιμένας είχε χρέος να μείνει κοντά στο ποίμνιό του. Όταν η περίπολος έβγαινε από τη Μητρόπολη, ένα αυτοκίνητο στο οποίο επέβαιναν ένας Τούρκος αξιωματικός και δύο στρατιώτες, με τις λόγχες πάνω στα όπλα, σταμάτησε μπροστά από το μητροπολιτικό κτίριο. Ο αξιωματικός ανέβηκε επάνω και διέταξε τον μητροπολίτη να τον ακολουθήσει στον Νουρεντίν πασά, τον στρατιωτικό διοικητή. Βλέποντας ότι απάγεται ο μητροπολίτης, είπα στους άνδρες της περιπόλου να πάρουμε από πίσω το αυτοκίνητο. Φθάσαμε μπροστά στον Μεγάλο Στρατώνα, όπου βρισκόταν ο στρατιωτικός διοικητής, ο στρατηγός Νουρεντίν. Ο αξιωματικός που συνόδευε τον Χρυσόστομο, τον οδήγησε μπροστά στον Νουρεντίν. Σε δέκα λεπτά, και ενώ ο Χρυσόστομος κατέβαινε, βγήκε στο μπαλκόνι του κτιρίου ο Νουρεντίν πασάς, ο οποίος απευθύνθηκε στους χίλους με χίλιους πεντακόσιους μουσουλμάνους, άνδρες και γυναίκες, που βρίσκονταν στην πλατεία· τους είπε ότι τους παραδίδει, τον μητροπολίτη, προσθέτοντας χαρακτηριστικά τις φράσεις: «Αν σας έκανε καλό, να του το ανταποδώσετε· αν σας έκανε κακό, να του κάνετε και εσείς κακό!»
Ο όχλος άρπαξε χωρίς χρονοτριβή τον μητροπολίτη και τον οδήγησε πιο πέρα, μπροστά στο κομμωτήριο του Ismail, ενός Ιταλού προστατευόμενου· εκεί σταμάτησαν και τον έντυσαν με μία άσπρη μπλούζα που πήραν από τον κομμωτή· άρχισαν αμέσως να τον χτυπούν λυσσασμένα με γροθιές και με ξύλα, και να τον φτύνουν στο πρόσωπο· του τρύπησαν με μαχαιριές το σώμα· του ξερίζωσαν τη γενειάδα· του έβγαλαν τα μάτια· του έκοψαν τη μύτη και τα αυτιά.» Πρέπει να σημειώσουμε, ότι η γαλλική περίπολος παρακολουθούσε τα γεγονότα μέχρι τη σκηνή που περιγράψαμε. Οι άνδρες που την αποτελούσαν (επρόκειτο για ναύτες), είχαν βγει έξω απ’ τα ρούχα τους, έτρεμαν χωρίς υπερβολή από την αγανάκτηση και ήθελαν να επέμβουν. Ο επικεφαλής, όμως, αξιωματικός, με το περίστροφο στο χέρι ακολουθούσε τις διαταγές που τους είχαν δοθεί και τους εμπόδισε να κάνουν οποιαδήποτε κίνηση. Στη συνέχεια, δεν είδαμε πια το μητροπολίτη, που τον αποτελείωσαν σε μικρή απόσταση πιο πέρα». (Rene Puaux, «Ο θάνατος της Σμύρνης», Αθήνα 1992, σσ. 57-58).

Άγιος Αμβρόσιος Μητροπολίτης Μοσχονησίων
Ο Άγιος Αμβρόσιος σπούδασε στη Θεολογική Σχολή του Τιμίου Σταυρού Ιεροσολύμων και στη θεολογική Ακαδημία του Κιέβου. Υπήρξε δε εφημέριος σε πολλές ελληνικές κοινότητες της Κριμαίας (Θεοδοσίας, Συμφεροπόλεως, Σεβαστουπόλεως). Το 1913 μ.Χ. χειροτονήθηκε βοηθός επίσκοπος της Μητροπόλεως Σμύρνης με τον τίτλο Ξανθουπόλεως, αναπλήρωσε δε τον εξόριστο μητροπολίτη κατά τη διάρκεια του Α' παγκοσμίου πολέμου. Το 1919 μ.Χ. χρησιμοποιήθηκε ως πατριαρχικός έξαρχος στα Μοσχονήσια, το δε 1922 μ.Χ. έγινε Μητροπολίτης Μοσχονησίων. Κατά τη Μικρασιατική καταστροφή τάφηκε ζωντανός, από τους Τούρκους μαζί με άλλους εννέα Ιερείς σε λάκκο έξω από την πόλη των Κυδωνιών (15 Σεπτεμβρίου 1922 μ.Χ.).

Άγιος Προκόπιος Λαζαρίδης Μητροπολίτης Ικονίου (1911 - 1923 μ.Χ.)
Προηγουμένως επίσκοπος Αμφιπόλεως (1894 - 1899 μ.Χ.) και Μητροπολίτης Δυρραχείου (1899 - 1906 μ.Χ.) και Φιλαδέλφειας (1906 - 1911 μ.Χ.). Ήταν και αυτός μεταξύ των εθνοϊερομαρτύρων εκείνων των χρόνων.
Οι συνθήκες γι' αυτόν ήταν ιδιαίτερες. Οι νεότουρκοι προσπαθούσαν να οργανώσουν τουρκορθόδοξη Εκκλησία, ανεξάρτητη απ' το Πατριαρχείο, χρησιμοποιώντας αποκλειστικά τη τουρκική γλώσσα. Για το σκοπό αυτό πίεζαν ιερείς να προσχωρήσουν σ' αυτή τη προσπάθεια. Αλλά απέτυχαν. Ιδιαίτερα στην Ανατολία - τα βάθη της Μικράς Ασίας - είχαν εγκλωβίσει τους ορθοδόξους και τους υπέβαλλαν σε φοβερές κακώσεις μέχρι να αποσκιρτήσουν από το Οικουμενικό Πατριαρχείο. Τρείς μάλιστα αρχιερείς, με επικεφαλής τον Μητροπολίτη Ικονίου Προκόπιο, τους ανάγκαζαν να προβούν σε αυθαίρετη και αντικανονική χειροτονία επισκόπου, έτσι ώστε να διαρρηχτούν οι σχέσεις τους με το Οικουμενικό Πατριαρχείο και να χειραφετηθούν αυθαίρετα ως αυτοτελής τουρκορθόδοξη Σύνοδος. Εν μέσω αυτής της καταδυναστεύσεως του ποιμνίου και των ποιμένων του, αλλά και των απελπισμένων κλαυθμών του λαού, ο Μητροπολίτης Προκόπιος παρέδωσε το πνεύμα του στον Μέγα Αρχιερέα και Σωτήρα Χριστό, προμαχώντας και συμπάσχοντας με τους στενάζοντες Έλληνες χριστιανούς της Ανατολίας.

Άγιος Γρηγόριος Μητροπολίτης Κυδωνιών (22 Ιουλίου 1908 - 3 Οκτωβρίου 1922)
Προηγουμένως διετέλεσε και μητροπολίτης Τιβεριουπόλεως και Στρωμνίτσης (12 Οκτωβρίου 1902 μ.Χ. - 22 Ιουλίου 1908 μ.Χ.). Το κοσμικό του όνομα ήταν Αναστάσιος Αντωνιάδης ή Σαατσόγλου και, κατά μεταγλώττιση δική του, Ωρολογάς. Γεννήθηκε στη Μαγνησία της Μικράς Ασίας το 1864 μ.Χ. Ως Ιεροκήρυκας ανήκει στους πρώτους που στο κήρυγμα χρησιμοποίησαν τη δημοτική γλώσσα. Και στις τρεις μητροπόλεις που υπηρέτησε εργάστηκε με ζήλο και επιτυχία για την προάσπιση των εθνικών ελληνικών δικαίων και ιδιαίτερα συνεργάστηκε γι' αυτά με τον μητροπολίτη Δράμας Χρυσόστομο Καλαφάτη (1902 - 1910 μ.Χ.), τον κατόπιν εθνομάρτυρα μητροπολίτη Σμύρνης (1910 - 1922 μ.Χ.). Στις 12 Οκτωβρίου 1902 μ.Χ. χειροτονήθηκε μητροπολίτης στη σπουδαία από εθνικής απόψεως επαρχία Τιβεριουπόλεως και Στρωμνίτσης στην οποία αγωνίστηκε όχι μόνο κατά των τούρκων αλλά ιδιαίτερα εναντίον του βουλγαρικού κομιτάτου, μέλη του οποίου προσπάθησαν, πολλές φορές, να τον δολοφονήσουν (1905 μ.Χ.). Η τουρκική κυβέρνηση, όταν πληροφορήθηκε την εθνική δράση του Γρηγορίου, ανάγκασε το Οικουμενικό Πατριαρχείο να απομακρύνει τον Γρηγόριο, μεταθέτοντας τον στη νεοσύστατη μητρόπολη Κυδωνιών στις 22 Ιουνίου 1908 μ.Χ., όπου ο Γρηγόριος συνέχισε την εθνική του δράση. Το 1918 μ.Χ. κατηγορήθηκε από τους Τούρκους για εσχάτη προδοσία, δικάστηκε δύο φορές στο Στρατοδικείο της Σμύρνης, καταδικάστηκε και φυλακίστηκε. Μετά την αποφυλάκιση του (16 Οκτωβρίου 1918 μ.Χ.) και την κατάληψη των Κυδωνιών από τον ελληνικό στρατό (19 Μαΐου 1919 μ.Χ.), ο Γρηγόριος δεν απομακρύνθηκε από την επαρχία του, για υποθέσεις της οποίας πολλές φορές ήλθε σε αντίθεση με τον ύπατο αρμοστή στη Σμύρνη Αριστείδη Στεργιάδη. Μετά την αποχώρηση των ελληνικών πολιτικών και στρατιωτικών αρχών από τις Κυδωνιές, ο Γρηγόριος, σε σύσκεψη με τη δημογεροντία, εισηγήθηκε την αναχώρηση των κατοίκων των Κυδωνιών και τη μεταφορά τους στη Μυτιλήνη, για να αποφύγουν τη σφαγή από τους Τούρκους, αλλά δυστυχώς οι υποδείξεις του δεν έγιναν αποδεκτές. Έτσι το δράμα των κατοίκων των Κυδωνιών άρχισε στις 22 Αυγούστου 1922 μ.Χ., όταν άτακτος τουρκικός στρατός κατέσφαξε κοντά στην κωμόπολη Φράνελι του Αδραμυττηνού Κόλπου 4.000 Έλληνες κατοίκους των Κυδωνιών. Ο μητροπολίτης Γρηγόριος, παρά τους εξευτελισμούς που υφίστατο από τις τουρκικές αρχές, τις επισκεπτόταν και αγωνιζόταν να σώσει και να θρέψει το ποίμνιο του. Όταν δε στις 15 Σεπτεμβρίου πληροφορήθηκε τη σφαγή του μητροπολίτη Μοσχονησίων Αμβροσίου και των 6.000 κατοίκων τους από τους Τούρκους, ο Γρηγόριος αγωνίστηκε υπεράνθρωπα και κατόρθωσε να συγκατατεθούν οι Τούρκοι να έλθουν ελληνικά πλοία από τη Μυτιλήνη με αμερικανική σημαία και με την εγγύηση του Αμερικανικού Ερυθρού Σταυρού και να παραλάβουν 20.000 Έλληνες από τις 35.000 που κατοικούσαν τις Κυδωνιές. Ο Γρηγόριος αρνήθηκε να αναχωρήσει και στις 30 Σεπτεμβρίου οι Τούρκοι τον συνέλαβαν και τον φυλάκισαν. Στη φυλακή βασανίστηκε φρικτά και στις 3 Οκτωβρίου, μαζί με άλλους Ιερείς και προκρίτους των Κυδωνιών που είχαν επίσης συλληφθεί θανατώθηκε.

Άγιος Ευθύμιος Μητροπολίτης Ζήλων
Ο Ευθύμιος Αγριτέλης, υπήρξε επίσκοπος Ζήλων από το 1912 μ.Χ. έως το 1921 μ.Χ. Μοναχός της Ιεράς Μονής Λειμώνας, σπούδασε στη Θεολογική σχολή της Χάλκης και κατόπιν έκανε διδάσκαλος και Ιεροκήρυκας στη Λέσβο και πρωτοσύγκελος στη μητρόπολη Μηθύμνης. Στις 12 Ιουνίου 1912 μ.Χ. χειροτονήθηκε επίσκοπος Ζήλων. Ως επίσκοπος ανέπτυξε μεγάλη θρησκευτική και εθνική δράση. Όταν η δράση του έγινε γνωστή στους Κεμαλιστές Τούρκους, συνελήφθη και φυλακίστηκε μαζί με άλλους πρόκριτους της επαρχίας Αμασείας στις 21 Ιανουαρίου 1921 μ.Χ. Με αίτηση του, ζήτησε από την κεμαλική κυβέρνηση της Άγκυρας να θεωρηθεί μόνο αυτός ένοχος και να απαλλαγούν οι υπόλοιποι συλληφθέντες. Μάλιστα δε μπροστά στο δικαστήριο απολογήθηκε με θαυμάσια αγόρευση. Στη φυλακή υπέστη πολλά βασανιστήρια, από τα όποια και πέθανε στις 29 Μαΐου 1921 μ.Χ. Μετά δε τον θάνατο του ήλθε και η καταδικαστική απόφαση του τούρκικου δικαστηρίου!

Ἀπολυτίκιον
Ἦχος γ´. Θείας πίστεως.
Μέγαν μάρτυρα ἡ Ἐκκλησία, μέγαν ἥρωα τὸ ἔθνος σύμπαν, τὸν τῆς Σμύρνης ὑμνοῦμεν Χρυσόστομον. Καὶ γὰρ γενναίως ἀθλήσας ὑπέμεινεν ὑπὲρ πατρίδος καὶ πίστεως θάνατον. Ἱεράρχου τε ὑπόδειγμα ἑαυτὸν ἀνέδειξε, τὸν στέφανον λαβὼν τὸν ἀμαράντινον.




Παρασκευή, 24 Αυγούστου 2012

Υπομονή Δ


Υπομονή Δ
Κι άλλος Αδελφός σε κάποιο κοινόβιο πολεμούνταν από το λογισμό  του να φύγει. Αντιστεκόταν όμως σ’ αυτόν, με μεγάλη γενναιότητα. Μια μέρα που βασανίστηκε σκληρά πήρε ένα χαρτί κι έγραψε όλες τις αιτίες που τον έκαναν να θέλει να φύγει. Από κάτω σημείωσε, σαν να έκανε συμφωνία με τον ίδιο του τον εαυτό, αυτά τα λόγια.
-Υπόσχεσαι ότι θα τα υπομένεις όλα αυτά;
-Ναι, εν ονόματι του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, θα υπομείνω.
Υπέγραψε τη δήλωση κι έκρυψε το χαρτί προσεκτικά στη ζώνη του. Από τότε, όταν δινόταν κάποια αιτία από εκείνες που τον παρακινούσαν να φύγει, πήγαινε παράμερα, άνοιγε το χαρτί το διάβαζε: «Εν ονόματι του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, υπομένω.» που είχε γράψει με το ίδιο του το χέρι.
-Κοίταξε καλά, έλεγε στον εαυτό του, δεν υποσχέθηκες σε άνθρωπο, αλλά σ’ Αυτόν τον Παντοδύναμο Θεό.
Αμέσως η ψυχή του ειρήνευε. Με αυτόν τον τρόπο κατόρθωνε να παραμένει ήρεμος και στο πιο μεγάλο πειρασμό.
Οι άλλοι Αδελφοί τον έβλεπαν να ξεδιπλώνει συχνά εκείνο το μυστηριώδες γι αυτούς χαρτί και απορούσαν. Σιγά-σιγά άρχισαν να υποψιάζονται. Σ’ αυτό συνήργησε και λίγο ο φθόνος, γιατί εκείνος είχε προοδεύσει πολύ με την υπομονή του. Έτσι δε δίστασαν να τον διαβάλουν στον ηγούμενο.
-Γέροντα, του είπαν με ιερή τάχα αγανάκτηση, δεν υπάρχει πια αμφιβολία ότι ο τάδε Αδελφός είναι μάγος. Καιρό τον παρακολουθούμε και το διαπιστώσαμε. Στη ζώνη του κρύβει τα μαγικά του κατάστιχα. Εμείς δεν τον ανεχόμαστε πια. Αρκετά ως εδώ. Ή τον διώχνεις λοιπόν παρευθύς από το μοναστήρι ή φεύγουμε όλοι εμείς σήμερα.
Ο Ηγούμενος, που ήξερε πολύ καλά τον Μοναχό του, για να παραδεχθεί τέτοια μομφή, κατάλαβε αμέσως την παγίδα που πήγαινε να του στήσει ο διάβολος.
-Προσευχηθείτε, τέκνα μου, για τον Αδελφό, του είπε με όλη του την αταραξία. Θα προσευχηθώ κι εγώ και ύστερα από τρείς ημέρες θα βγάλω τελική απόφαση.
Την ίδια νύχτα, ενώ ο Αδελφός κοιμότανε αμέριμνος, μπήκε ο Ηγούμενος αθόρυβα στο κελί του. Πήρε με τρόπο το χαρτί από τη ζώνη του, το διάβασε και το έβαλε στη θέση του. Σαν πέρασαν οι τρείς ημέρες κάλεσε όλους τους Καλογέρους μαζί και τον κατηγορούμενο.
-Γιατί σκανδαλίζεις τους Αδελφούς; Του φώναξε με αυστηρότητα μπροστά σ’ όλους.
Ο ταπεινός Αδελφός έπεσε στα γόνατα και είπε με φωνή που μόλις ακουγόταν από την ντροπή του:
-Ήμαρτον, συγχωρέστε με κι ευχηθείτε να με ελεήσει ο Χριστός.
--Τι έχετε να πείτε για τον Αδελφό; Ρώτησε τώρα τους άλλους ο Ηγούμενος.
-Είναι μάγος, Γέροντα, στη ζώνη του κρύβει τις μαγείες, φώναξαν με μια φωνή οι κατήγοροι.
-Τι κάθεστε λοιπόν και τον κοιτάτε; Πάρτε του τα μαγικά, πρόσταξε ο Ηγούμενος.
Όλοι μαζί τότε ακράτητοι όρμησαν εναντίον του να του λύσουν τη ζώνη. Εκείνος ο δυστυχής προσπάθησε ν’ αντισταθεί, αλλά που να τα βγάλει πέρα με τόσους. Στην απεγνωσμένη πάλη κόπηκε η ζώνη κι έπεσε κάτω το χαρτί. Ο Ηγούμενος πρόλαβε και το σήκωσε. Το έδωσε στο διάκο και τον πρόσταξε να διαβάσει μεγαλοφώνως το περιεχόμενο από τον άμβωνα της Εκκλησίας.
Οι συκοφάντες άκουγαν συγχυσμένοι. Σαν διαβάστηκαν μάλιστα τα τελευταία συγκινητικά λόγια: «εν ονόματι του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού θα υπομένω» δεν ήξεραν που να κρυφτούν από την ντροπή τους.
Ζήτησαν τέλος συγνώμη από τον Γέροντα και από τον Αδελφό και από τότε τον σεβόντουσαν σαν άγιο, όπως στην πραγματικότητα είχε γίνει με την υπομονή του.

Τετάρτη, 22 Αυγούστου 2012

Υπομονή Γ


Υπομονή Γ
Επιχείρησε κάποτε ο διάβολος και τον Αββά Μακάριο τον Αλεξανδρέα, να βγει από το κελί του και να γυρίσει στην πολιτεία.
-Αφού έχεις χάρισμα από το Θεό να θεραπεύεις όλες τις αρρώστιες, του ψιθύριζε στο λογισμό, γιατί δεν πάς στη Ρώμη να φανείς χρήσιμος στους ανθρώπους;
Ο άνθρωπος του Θεού διέκρινε αμέσως τα ζιζάνια της κενοδοξίας και βάλθηκε να τα ξεριζώσει. Μια μέρα που οι λογισμοί έγιναν πιο ενοχλητικοί από κάθε άλλη φορά, ξάπλωσε φαρδύς πλατύς μπρος στο κατώφλι της πόρτας του και έλεγε, φιλονικώντας με το διάβολο:
-Σύρε με δια της βίας, αν έχεις τέτοια εξουσία, πονηρέ. Εγώ με τη θέληση μου δεν κάνω βήμα έξω από το κελί μου.
Άλλη φορά πάλι, για να διώξει παρόμοιους λογισμούς φορτώθηκε στην πλάτη του ένα μεγάλο σακί άμμο και πηγαινοερχότανε ολόκληρη τη νύχτα μέσα στην έρημο.
-Τι κάνεις αυτού, Αββά; Τον ρώτησε ο γείτονας του Αββάς Θεοσέβιος, που έτυχε να τον συναντήσει.
-Ξεγελώ εκείνον που προσπαθεί να με ξεγελάσει, αποκρίθηκε ο Όσιος. Ενώ έχω βρει εδώ την ησυχία μου με ξεσηκώνει για ταξίδια.
Με αγώνα και την υπομονή του απομάκρυνε εντελώς τους ενοχλητικούς λογισμούς.

Ένας αρχάριος μοναχός, που είχε πέσει σε αμέλεια, πήγε στον Αββά Μάρκο να εξομολογηθεί.
-Μου λέγει ο λογισμός, Αββά, να σηκωθώ να φύγω από το κελί μου, γιατί και κάθομαι σ’ αυτό δεν κατορθώνω τίποτε.
-Απάντησε του, τον συμβούλεψε ο διακριτικός Γέρων, πως για χάρη του Χριστού, θα μείνω σ’ αυτό σ’ όλη μου τη ζωή και θα φυλάω τους τέσσερεις τοίχους.

Αν αποτύχεις αδελφέ, να τελειώσεις το πνευματικό έργο στον τόπο που μένεις, ας μην σε ξεγελά ο λογισμός σου πως θα επιτύχεις οπουδήποτε αλλού, συμβούλευε ένα νέο κάποιος σοφός Γέροντας.

Ένας Μοναχός βρήκε πολλούς πειρασμούς στον τόπο που πρωτάρχισε ν’ αγωνίζεται. Κάποτε έχασε την υπομονή του κι αποφάσισε να φύγει μακριά να βρει την ησυχία του. Καθώς έσκυψε να δέσει τα σανδάλια του για να ξεκινήσει, είδε αντίκρυ του κάποιον άλλο να δένει κι εκείνος τα σανδάλια του.
-Ποιος είσαι συ; Τον ρώτησε.
-Εκείνος που βγάζει από εδώ. Και να’ μια πάλι έτοιμος να προπορευθώ εκεί που σκοπεύεις να καταφύγεις.
Ήταν ο διάβολος που επεχείρησε να τον διώξει, αλλά δεν το κατόρθωσε γιατί ο Αδελφός έμεινε, ύστερα απ’ αυτό στο κελί κι αγωνίστηκε με υπομονή, έως ότου νίκησε τους πειρασμούς.

Το δένδρο που συχνά μεταφυτεύεται δεν καρποφορεί, λέγει κάποιος έμπειρος Γέρων. Κι ο Μοναχός που χάνει την υπομονή του κι αλλάζει διαρκώς τόπο διαμονής, δεν προοδεύει στην αρετή.

Ένας από τους Αδελφούς του κοινοβίου εξομολογήθηκε στον ηγούμενο του πως οι λογισμοί του τον βασάνιζαν να σηκωθεί να φύγει, γιατί είχε βαρεθεί πια τους πειρασμούς. Ο Γέροντας του έδωσε αυτή τη συμβουλή!
-Κλείσου μέσα στο κελί σου και παράδωσε τον εαυτό σου ενέχυρο στους τοίχους του. Με το σώμα μη βγεις έξω. Όσο για το λογισμό σου άφησε τον ελεύθερο να πηγαίνει όπου του αρέσει.

Το κελί του Μοναχού, έλεγε ένας από τους Γέροντες, είναι η κάμινος των Χαλδαίων που οι Άγιοι Τρείς Παίδες βρήκαν τον Υιό του Θεού κι ο πύρινος στύλος απ’ όπου ο Μωυσής άκουσε τον Θεό να του μιλεί.

Ένας Μοναχός εννιά χρόνια βασανιζόταν από το λογισμό του να φύγει από το Μοναστήρι του. Κάθε βράδυ μάζευε τα ρούχα του κι έλεγε στον εαυτό του:
-Αύριο χωρίς αναβολή φεύγω.
Όταν ξημέρωνε, σκεπτόταν:
-Ας κάνω και σήμερα υπομονή για την αγάπη του Χριστού και αύριο φεύγω.
Αφού αγωνίστηκε σκληρά εννιά ολόκληρα χρόνια και δεν νικήθηκε από το λογισμό του, ο Κύριος του πήρε τον πειρασμό.

Σάββατο, 18 Αυγούστου 2012

Η ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΤΕΜΠΛΟΥ*


Δημοσιεύτηκε στις 18/07/2012
Μαρίας Χατζηγκούμα
Τμῆμα Ποιμαντικῆς καὶ Κοινωνικῆς Θεολογίας ΑΠΘ
  Τί  εἶναι τέμπλο – ὁρισμός
     Τὸ τέμπλο ἢ ἀλλιῶς φράγμα τοῦ πρεσβυτερίου ἢ μέγα εἰκονοστάσι ἢ ἁπλά εἰκονοστάσιο εἶναι ἕνα βυζαντινῆς καταγωγῆς ἀρχιτεκτονικὸ μοτίβο, τὸ ὁποῖο εἶναι χαρακτηριστικὸ τῶν Ἀνατολικῶν Ἐκκλησιῶν. Πρόκειται γιὰ τὸν τοῖχο ὁ ὁποῖος διαχωρίζει τὸ Ἅγιο Βῆμα ἀπὸ τὸν κυρίως ναὸ καὶ ἐπ’ αὐτοῦ βρίσκονται σήμερα οἱ Δεσποτικὲς καὶ ἄλλες ἱερὲς εἰκόνες.
     Ἔτσι ὀνομάζεται στοὺς ὀρθοδόξους ἱεροὺς ναοὺς μία ξύλινη ἢ μαρμάρινη κατασκευή, ἡ ὁποία χωρίζει τὸν κυρίως ναὸ ἀπὸ τὸ Ἱερὸ Βῆμα. Τὸ Ἱερὸ Βῆμα, χῶρος «ἄβατος» καὶ πολὺ ἱερός, φράσσεται καὶ προστατεύεται ἀρχικὰ μὲ τὴν κατασκευὴ αὐτή,  ἕνα χαμηλὸ δηλαδὴ κιγκλίδωμα, τὸ ὁποῖο προοδευτικὰ ὑψώνεται καὶ εἶναι γνωστὸ ὡς φράγμα Πρεσβυτερίου, Τέμπλο ἢ καὶ Εἰκονοστάσι (ἀργότερα)… Ἡ κατασκευὴ αὐτὴ δύναται νὰ παραλληλισθεῖ μὲ ἀνάλογα κιγκλιδώματα σὲ ταφικὰ μνημεῖα -καὶ ἰδιαίτερα στοὺς τάφους μαρτύρων- τὰ ὁποῖα εἶχαν ὡς κύριο σκοπὸ ἀφενὸς τὴ διαφύλαξη τῆς ἱερότητος τοῦ χώρου τῶν Μαρτυρίων-Ναῶν, καὶ ἀφετέρου τὴν τοποθέτηση προσκυνηματικῶν ἱερῶν Εἰκόνων (πρβλ. καὶ τὸν ὅρο «Εἰκονοστάσιον», ὁ ὁποῖος βέβαια ἐπικρατεῖ ἀργότερα, 11ος αἰ.).
       Τὸ τέμπλο ἀποτελεῖται ἀπὸ πολλὰ κομμάτια τὰ ὁποῖα τὸ συνθέτουν· τὰ μέρη ἀπὸ τὰ ὁποῖα ἀποτελεῖται τὸ φράγμα τοῦ πρεσβυτερίου εἶναι: α) τὸ ἐπιστύλιο μὲ εἰκόνες ποὺ παριστάνουν σκηνὲς ἀπὸ τὸ Δωδεκάορτο  (τὸ ἐπάνω μέρος τοῦ τέμπλου), β) τὶς Δεσποτικὲς εἰκόνες ποὺ παριστάνουν τὴν Παναγία, τὸν Χριστό, τὸν  Ἅγιο στὸν ὁποῖο εἶναι ἀφιερωμένος ὁ ναὸς καὶ τὴν Δέηση γ), τὰ βημόθυρα μὲ παράσταση τοῦ Εὐαγγελισμοῦ καὶ Ἁγίους.  Η κεντρική τοῦ θύρα ὀνομάζεται Ὡραία Πύλη, ἐνῷ οἱ πλαϊνὲς παραπόρτια. Πρὶν ἀπὸ τὴν Ὡραία Πύλη ὑπάρχει ὁ σολέας, ἕνα εἶδος ὑπερυψωμένου διαδρόμου πανω στὸν ὁποῖο γίνεται η μετάληψη τῶν πιστῶν. Ὁ σολέας συμβολίζει τὸν ποταμὸ τοῦ πυρός, ὁ ὁποῖος διαχωρίζει

Υπομονή Β


Υπομονή Β
Ο Όσιος Εφραίμ ο Σύρος συμβουλεύει τους Πνευματικούς Πατέρες να μην εμποδίζουν την προθυμία των ηλικιωμένων ανθρώπων, όταν ειλικρινά ποθούν την μοναχική ζωή.
-Μη εξουθενώνεις τους Γέροντες, όταν επιθυμούν και προθυμοποιούνται να αναλάβουν τους κόπους της ασκήσεως. Ούτε ο Κύριος μας καταφρόνησε τους εργάτες της ενδεκάτης. Ποιος ξέρει αν κάποιος απ’ αυτούς δεν είναι σκεύος εκλογής;

Κάποιος νέος που είχε στην ψυχή του θερμό πόθο να γίνει Μοναχός, άφησε τον κόσμο και προχώρησε στην έρημο αναζητώντας Πνευματικό οδηγό για να υποταχθεί. Διέκρινε τέλος πάντων από μακριά μέσα σ έκείνη την αχανή έρημο ένα κελί μ’ ένα πυργάκι.
-Όποιον βρω στον πύργο, είπε στον εαυτό του, θα μείνω κοντά του και θα τον υπηρετήσω σ’ όλη μου την ζωή.
Έφτασε κατάκοπος, χτύπησε την πόρτα και του άνοιξε ένας ηλικιωμένος Καλόγερος.
-Τι γυρεύεις, Αδελφέ; Τον ρώτησε απρόθυμα.
-Έχω κάποιο τάξιμο, αποκρίθηκε εκείνος, και γι’ αυτό έφτασε ως εδώ.
Είχε πια νυχτώσει. Ο Καλόγερος αναγκάστηκε να βάλει μέσα το παλικάρι για να μην κινδυνεύσει σ’ εκείνη την άγρια ερημιά.
-Σκοπεύεις να βρείς Γέροντα; Τον ρώτησε, καθώς του ετοίμαζε κάτι πρόχειρο να φάει.
-Όχι, είπε ο νέος, ήλθα αποφασισμένος να μείνω εδώ μαζί σου.
Η σταθερή απάντηση του παλικαριού κατατάραξε το γέρο Μοναχό. Αυτό του έλειπε τώρα να μαζευτούν παρείσακτοι στο κελί του. Ο δυστυχισμένος είχε από καιρό παραστρατήσει και συζούσε με γυναίκα της αμαρτίας. Για ν’ απαλλαγεί από τον ενοχλητικό επισκέπτη δε δίστασε να του πει:
-Αν θέλεις ν’ ακούσεις τη συμβουλή μου, νεαρέ, ψάξε να βρείς Μοναστήρι να μείνεις. Εγώ δεν μπορώ να σε κρατήσω. Έχω γυναίκα.
-Είτε γυναίκα έχεις, είτε αδελφή, είναι δικό σου λογαριασμός, Αββά. Εμένα αυτό δεν μ’ ενδιαφέρει καθόλου. Εγώ υποσχέθηκα στον Κύριο μου, καθώς ερχόμουνα, πως θα μείνω κοντά σου και μέχρι θανάτου να σε υπηρετώ, εξήγησε ο νέος.
Έτσι και έγινε. Αρκετό καιρό υπηρετούσε μ’ όλη του την προθυμία και με απονήρευτη καρδιά το παράνομο ζευγάρι. Όσο όμως το παλληκάρι φρόντιζε για την ψυχή του, τόσο η συνείδηση των άλλων επαναστατούσε.
-Δεν μας αρκεί η αμαρτία μας, έλεγαν μεταξύ τους. Τώρα θα είμαστε και υπόλογοι και για την ψυχή τούτου εδώ. Ας φύγουμε και ας του αφήσουμε το κελί.
Μια νύχτα λοιπόν ξεκίνησαν κρυφά να φύγουν. Δεν είχαν όμως προχωρήσει πολύ, σαν είδαν το νέο να τρέχει λαχανιασμένος να τους προφθάσει. Πήρε είδηση πως φεύγανε.
-Μέχρι πότε θα μας καταδικάζεις με την παρουσία σου; Του είπαν ταραγμένοι, όταν πλησίασε. Κράτησε το κελί και κοίταξε να σώσεις τη ψυχή σου. Άφησε κι εμάς ήσυχους.
-Εγώ δεν ήλθα για το κελί, Αββά, είπε λυπημένος στον Καλόγερο ο Αδελφός. Αλλά για να υπηρετήσω εσένα, όπως υποσχέθηκα στον Κύριο μου. Θα σε ακολουθήσω, όπου κι αν πάς.
Η απόκριση του Αδελφού έφερε συντριβή στον παραστρατημένο Γέροντα. Η αγιότητα του νέου του έδειξε καθαρά το βούρκο που είχε πέσει. Έδιωξε παρευθύς την αμαρτωλή γυναίκα, που είχε αρχίσει να μετανοεί και γύρισε στο κελί καινούργιος άνθρωπος.
Με την υπομονή του ο νέος έσωσε δύο ψυχές.

Ο Αββας Ναθαναήλ πρωτοβγαίνοντας στην έρημο νέος στην ηλικία κι αρχάριος στη μοναχική πολιτεία, βρήκε μια σπηλιά σ’ ένα απόκρημνο βράχο. Γεμάτος ζήλο και ενθουσιασμό για άσκηση, έμεινε εκεί ν’ αγωνίζεται μόνος. Γρήγορα όμως απόκαμε από την τραχύτητα του τόπου και τις πολλές στερήσεις. Περνούσε εβδομάδες ολόκληρες χωρίς ψωμί και νερό. Αποφάσισε τέλος ν’ αφήσει το σπήλαιο και να μείνει σε πιο ήρεμο τόπο. Έφτιαξε μια καλύβα στη σκήτη των Πατέρων για να ζήσει πιο κοντά σ’ αυτούς.
Την πρώτη νύχτα, που εγκαταστάθηκε στη νέα του διαμονή, αναστατώθηκε κυριολεκτικά από ένα ασυνήθιστο θόριβο στη στέγη της καλύβας. Χαλούσε ο κόσμος από τα κτυπήματα. Ανήσυχος βγήκε να δει τι συνέβαινε. Μπροστά του στεκόταν ένα απαίσιο υποκείμενο. Φορούσε παλιά χιλιομπαλωμένη στρατιωτική στολή και κρατούσε στα χέρια του ένα πελώριο τσεκούρι. Μ’ αυτό φαίνεται θα προξενούσε όλη εκείνη τη φασαρία.
-Ποιος είσαι του λόγου σου που δεν μ’ αφήνεις να ησυχάσω τέτοια ώρα; Ρώτησε ο Αββάς.
-Δεν με γνώρισε ακόμη; Είπε εκείνος μ’ ένα αποκρουστικό γέλιο που έφερνε ανατριχίλα. Εγώ σ’ έδιωξα από την πρώτη σου κατοικία. Και να’ μαι πάλι πρώτος και καλλίτερος να σε βγάλω κι από εδώ.
-Αλλοίμονο μου, συλλογίστηκε ο Αββάς Ναθαναήλ, έγινα περίγελος του σατανά.
Το άλλο πρωί χωρίς αναβολή γύρισε στη σπηλιά που είχε αφήσει. Έμεινε πια εκεί ως το τέλος της ζωής του, υποφέροντας με υπομονή, όχι μόνο την αγριότητα του τόπου, αλλά και τις καθημερινές επιθέσεις του εχθρού.

Τρίτη, 14 Αυγούστου 2012

Υπομονή Α


Υπομονή Α
Σε κάποιο νέο Μοναχό που ξεκίνησε με πολύ ζήλο για πνευματικούς αγώνες, συνέβαινε αυτός ο πειρασμός, μόλις άρχιζε να κάνει προσευχή τον έπιανε ρίγος, δυνατός πονοκέφαλος, πυρετός.
-Είμαι άρρωστος και δεν αποκλείεται να πεθάνω, έλεγε στον εαυτό του. Ας βάλω λοιπόν τα δυνατά μου να τελειώσω την προσευχή μου για να είμαι έτοιμος, όταν με καλέσει ο Κύριος μου.
Με αυτές τις σκέψεις βίαζε τον εαυτό του και τελείωνε την καθημερινή Ακολουθία του. Ύστερα όμως από την προσευχή τού περνούσαν όλα. Αισθανότανε περίφημα. Αρρώσταινε πάλι σαν πλησίαζε η ώρα της προσευχής. Έφερνε κι αυτός με μιάς στη σκέψη του το θάνατο, βίαζε το εαυτό του και δεν παραμελούσε τα καθήκοντα του. Και ο Θεός βλέποντας τη μεγάλη του υπομονή, το απάλλαξε γρήγορα από το βασανιστικό πειρασμό.

Ένας Γέροντας πήγε να επισκεφθεί τον Αββά Αχιλά και τον πρόλαβε να φτύνει από το στόμα αίμα.
-Τι έπαθες, Αδελφέ,; Τον ρώτησε.
Και ο άνθρωπος της υπομονής:
-Αυτό που είδες, είπε, είναι ο λόγος του Αδελφού που πριν από λίγο με στενοχώρησε. Αγωνίστηκα σκληρά να μην απαντήσω και ζήτησα από τον Θεό να πάρει την πικρία από την ψυχή μου. Και να που ο λόγος έγινε αίμα στο στόμα μου. Φτύνοντάς το έβγαλα και την θλίψη της καρδιάς μου.

Ένας Ερημίτης πείνασε κάποιο πρωινό.
-Δεν τρώνε το πρωί οι Μοναχοί, είπε στον εαυτό του. Ας περιμένω τουλάχιστον ως την τρίτη ώρα.
Σαν έφτασε η τρίτη ανέβαλε ως την έκτη. Όταν και η έκτη πλησίαζε, έβρεξε τα παξιμάδια του και είπε στο λογισμό του:
-Κάνε λίγο υπομονή, δε θ’ αργήσει και η ενάτη.
Όταν έφτασε η δύση του ηλίου, σηκώθηκε να προσευχηθεί για να καθίσει στο τραπέζι. Είδε τότε την ενέργεια του σατανά, που από το πρωί του είχε

Παύλος ο Απλούς.


Παύλος ο Απλούς.
Από τον Αββά Κρόνιο, τον μαθητή του Μεγάλου Αντωνίου, άκουσα την ιστορία του Παύλου, που για την ακακία και την απλότητα του χαρακτήρα του ονομάστηκε «Απλούς», γράφει στα απομνημονεύματα του ο Παλλάδιος.
Ο Παύλος ήταν χωριάτης γεωργός. Σε μεγάλη σχετικά ηλικία παντρεύτικε νέα γυναίκα κι όμορφη. Όχι όμως πιστή κι ενάρετη. Πολύ καιρό τον απατούσε με κάποιο συγχωριανό του, χωρίς εκείνος να βάζει με το νου του υποψίες. Κάποτε όμως την ανακάλυψε. Δεν παραφέρθηκε, όπως θα έκανε άλλος στη θέση του. Με σεμνό χαμόγελο στα χείλη, είπε στο παράνομο ζευγάρι:
-Πολύ καλά, Μάρτυς μου ο Θεός, δεν μ’ ενδιαφέρει καθόλου. Ούτε αναγνωρίζω γυναίκα πιά. Θα τραβήξω κι εγώ το δρόμο μου.
Χωρίς άλλη συζήτηση, βγήκε από το σπίτι του και πήρε το δρόμο της ερήμου. Ύστερα από εξαντλητική πορεία πολλών ημερών, κάτω από τις φλογερές ακτίνες του τροπικού ηλίου, έφθασε στο όρος του Μεγάλου Αντωνίου. Δεν άργησε ν’ ανακαλύψει και το σπήλαιο που ασκήτευε ο Όσιος. Κτύπησε ευλαβικά την πόρτα. Ο Μέγας Ερημίτης άνοιξε. Με δυο λόγια ο Παύλος του εξήγησε γιατί είχε φτάσει ως εκεί.
-Θέλω να γίνω Μοναχός, Αββά.
Ο Μέγας Ασκητής συνοφρυώθηκε.
-Πολύ αργά το αποφάσισες. Στην ηλικία που είσαι, άνθρωπε μου, δεν μπορείς να γίνεις Μοναχός και μάλιστα σε τούτη την τραχιά έρημο. Γύρισε στον τόπο σου κι εργάσου λίγο ακόμη για να ζήσεις, ευχαριστώντας το Θεό.
-Κράτησε με, Αββά, παρακάλεσε ο Παύλος. Σου υπόσχομαι να κάνω ότι προστάζεις.
-Σου λέω άλλη μια φορά για να το καταλάβεις: Είσαι ηλικιωμένος πιά και δεν αντέχεις στους κόπους της ερήμου. Αν επιμένεις όμως να γίνεις Μοναχός, πήγαινε τουλάχιστον σε Κοινόβιο που η άσκηση είναι πιο ελαφρά. Εγώ, καθώς βλέπεις,

Δευτέρα, 13 Αυγούστου 2012

Πίστη (πλήρες)


Πίστη (πλήρες)
Ο Όσιος Βενιαμίν, Ησυχαστής στο όρος της Νιτρίας, είχε μεγάλη αφοσίωση και πίστη στον Θεόν. Ογδόντα χρόνια έζησε στην έρημο με προσευχή και άσκηση και αξιώθηκε να λάβει χαρίσματα πνευματικά. Να διώχνει πονηρά πνεύματα και να θεραπεύει όλες τις αρρώστιες.
Λίγους μήνες προτού φύγει από τον κόσμο αυτός ο Όσιος, έπαθε υδρωπικία. Τόσο πολύ διογκώθηκε το σώμα του, που ήταν θέαμα φρικτό. Οι Αδελφοί που τον επισκέπτονταν γύριζαν αλλού το πρόσωπο, γιατί τους έπιανε λιποψυχία να τον βλέπουν. Αντί λοιπόν να τον ανακουφίζουν και να τον παρηγορούν, τον άκουγαν να τους στηρίζει με αυτά τα λόγια:
-Προσεύχεστε, Αδελφοί μου, μην υδρωπιάσει ο μέσα άνθρωπος. Το σώμα τούτο ούτε όταν έθαλλε πρόσφερε καμιά ωφέλεια στην ψυχή, ούτε τώρα που πάσχει έχει την δύναμη να την βλάψει.
Και το σπουδαιότερο, ενώ ο ίδιος υπόφερε από αφόρητους πόνους, εξακολουθούσε μέχρι την τελευταία του πνοή να θεραπεύει αρρώστους που του πήγαιναν στο κελί του.

Ένας αρχάριος Μοναχός που πήγε να εξομολογηθεί σε κάποιον Γέροντα, ανάμεσα στ’ άλλα του έκανε και αυτήν την ερώτηση.
-Γιατί, Αββά μου, πέφτω