Σάββατο, 18 Αυγούστου 2012

Υπομονή Β


Υπομονή Β
Ο Όσιος Εφραίμ ο Σύρος συμβουλεύει τους Πνευματικούς Πατέρες να μην εμποδίζουν την προθυμία των ηλικιωμένων ανθρώπων, όταν ειλικρινά ποθούν την μοναχική ζωή.
-Μη εξουθενώνεις τους Γέροντες, όταν επιθυμούν και προθυμοποιούνται να αναλάβουν τους κόπους της ασκήσεως. Ούτε ο Κύριος μας καταφρόνησε τους εργάτες της ενδεκάτης. Ποιος ξέρει αν κάποιος απ’ αυτούς δεν είναι σκεύος εκλογής;

Κάποιος νέος που είχε στην ψυχή του θερμό πόθο να γίνει Μοναχός, άφησε τον κόσμο και προχώρησε στην έρημο αναζητώντας Πνευματικό οδηγό για να υποταχθεί. Διέκρινε τέλος πάντων από μακριά μέσα σ έκείνη την αχανή έρημο ένα κελί μ’ ένα πυργάκι.
-Όποιον βρω στον πύργο, είπε στον εαυτό του, θα μείνω κοντά του και θα τον υπηρετήσω σ’ όλη μου την ζωή.
Έφτασε κατάκοπος, χτύπησε την πόρτα και του άνοιξε ένας ηλικιωμένος Καλόγερος.
-Τι γυρεύεις, Αδελφέ; Τον ρώτησε απρόθυμα.
-Έχω κάποιο τάξιμο, αποκρίθηκε εκείνος, και γι’ αυτό έφτασε ως εδώ.
Είχε πια νυχτώσει. Ο Καλόγερος αναγκάστηκε να βάλει μέσα το παλικάρι για να μην κινδυνεύσει σ’ εκείνη την άγρια ερημιά.
-Σκοπεύεις να βρείς Γέροντα; Τον ρώτησε, καθώς του ετοίμαζε κάτι πρόχειρο να φάει.
-Όχι, είπε ο νέος, ήλθα αποφασισμένος να μείνω εδώ μαζί σου.
Η σταθερή απάντηση του παλικαριού κατατάραξε το γέρο Μοναχό. Αυτό του έλειπε τώρα να μαζευτούν παρείσακτοι στο κελί του. Ο δυστυχισμένος είχε από καιρό παραστρατήσει και συζούσε με γυναίκα της αμαρτίας. Για ν’ απαλλαγεί από τον ενοχλητικό επισκέπτη δε δίστασε να του πει:
-Αν θέλεις ν’ ακούσεις τη συμβουλή μου, νεαρέ, ψάξε να βρείς Μοναστήρι να μείνεις. Εγώ δεν μπορώ να σε κρατήσω. Έχω γυναίκα.
-Είτε γυναίκα έχεις, είτε αδελφή, είναι δικό σου λογαριασμός, Αββά. Εμένα αυτό δεν μ’ ενδιαφέρει καθόλου. Εγώ υποσχέθηκα στον Κύριο μου, καθώς ερχόμουνα, πως θα μείνω κοντά σου και μέχρι θανάτου να σε υπηρετώ, εξήγησε ο νέος.
Έτσι και έγινε. Αρκετό καιρό υπηρετούσε μ’ όλη του την προθυμία και με απονήρευτη καρδιά το παράνομο ζευγάρι. Όσο όμως το παλληκάρι φρόντιζε για την ψυχή του, τόσο η συνείδηση των άλλων επαναστατούσε.
-Δεν μας αρκεί η αμαρτία μας, έλεγαν μεταξύ τους. Τώρα θα είμαστε και υπόλογοι και για την ψυχή τούτου εδώ. Ας φύγουμε και ας του αφήσουμε το κελί.
Μια νύχτα λοιπόν ξεκίνησαν κρυφά να φύγουν. Δεν είχαν όμως προχωρήσει πολύ, σαν είδαν το νέο να τρέχει λαχανιασμένος να τους προφθάσει. Πήρε είδηση πως φεύγανε.
-Μέχρι πότε θα μας καταδικάζεις με την παρουσία σου; Του είπαν ταραγμένοι, όταν πλησίασε. Κράτησε το κελί και κοίταξε να σώσεις τη ψυχή σου. Άφησε κι εμάς ήσυχους.
-Εγώ δεν ήλθα για το κελί, Αββά, είπε λυπημένος στον Καλόγερο ο Αδελφός. Αλλά για να υπηρετήσω εσένα, όπως υποσχέθηκα στον Κύριο μου. Θα σε ακολουθήσω, όπου κι αν πάς.
Η απόκριση του Αδελφού έφερε συντριβή στον παραστρατημένο Γέροντα. Η αγιότητα του νέου του έδειξε καθαρά το βούρκο που είχε πέσει. Έδιωξε παρευθύς την αμαρτωλή γυναίκα, που είχε αρχίσει να μετανοεί και γύρισε στο κελί καινούργιος άνθρωπος.
Με την υπομονή του ο νέος έσωσε δύο ψυχές.

Ο Αββας Ναθαναήλ πρωτοβγαίνοντας στην έρημο νέος στην ηλικία κι αρχάριος στη μοναχική πολιτεία, βρήκε μια σπηλιά σ’ ένα απόκρημνο βράχο. Γεμάτος ζήλο και ενθουσιασμό για άσκηση, έμεινε εκεί ν’ αγωνίζεται μόνος. Γρήγορα όμως απόκαμε από την τραχύτητα του τόπου και τις πολλές στερήσεις. Περνούσε εβδομάδες ολόκληρες χωρίς ψωμί και νερό. Αποφάσισε τέλος ν’ αφήσει το σπήλαιο και να μείνει σε πιο ήρεμο τόπο. Έφτιαξε μια καλύβα στη σκήτη των Πατέρων για να ζήσει πιο κοντά σ’ αυτούς.
Την πρώτη νύχτα, που εγκαταστάθηκε στη νέα του διαμονή, αναστατώθηκε κυριολεκτικά από ένα ασυνήθιστο θόριβο στη στέγη της καλύβας. Χαλούσε ο κόσμος από τα κτυπήματα. Ανήσυχος βγήκε να δει τι συνέβαινε. Μπροστά του στεκόταν ένα απαίσιο υποκείμενο. Φορούσε παλιά χιλιομπαλωμένη στρατιωτική στολή και κρατούσε στα χέρια του ένα πελώριο τσεκούρι. Μ’ αυτό φαίνεται θα προξενούσε όλη εκείνη τη φασαρία.
-Ποιος είσαι του λόγου σου που δεν μ’ αφήνεις να ησυχάσω τέτοια ώρα; Ρώτησε ο Αββάς.
-Δεν με γνώρισε ακόμη; Είπε εκείνος μ’ ένα αποκρουστικό γέλιο που έφερνε ανατριχίλα. Εγώ σ’ έδιωξα από την πρώτη σου κατοικία. Και να’ μαι πάλι πρώτος και καλλίτερος να σε βγάλω κι από εδώ.
-Αλλοίμονο μου, συλλογίστηκε ο Αββάς Ναθαναήλ, έγινα περίγελος του σατανά.
Το άλλο πρωί χωρίς αναβολή γύρισε στη σπηλιά που είχε αφήσει. Έμεινε πια εκεί ως το τέλος της ζωής του, υποφέροντας με υπομονή, όχι μόνο την αγριότητα του τόπου, αλλά και τις καθημερινές επιθέσεις του εχθρού.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου